ΙΦΝΕ και διατροφή

ΙΦΝΕ και Διατροφή 

Οι Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδεις Νόσοι του Εντέρου (ΙΦΝΕ) περιλαμβάνουν τη νόσο Crohn και την ελκώδη κολίτιδα και χαρακτηρίζονται από περιόδους εξάρσεων και υφέσεων. Η πρώτη χαρακτηρίζεται από φλεγμονή οποιουδήποτε σημείου του γαστρεντερικού σωλήνα από το στόμα μέχρι τον πρωκτό, η μεν δεύτερη προσβάλλει μόνο το παχύ έντερο. Αν και οι ΙΦΝΕ για πολλά χρόνια ήταν πιο διαδεδομένες στη Βόρεια Αμερική, τη Σκανδιναβία και το Ηνωμένο Βασίλειο, νεότερα δεδομένα δείχνουν πως η εμφάνισή τους αυξάνεται και σε νοτιότερες χώρες της Μεσογείου όπως η Ελλάδα. Η εμφάνιση των ΙΦΝΕ φαίνεται να οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων και όχι σε ένα μεμονωμένο αίτιο. Γενετικοί, ανοσολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες συμβάλλουν στην έναρξη μιας ανεξέλεγκτης φλεγμονής που οδηγεί σε πλήθος γαστρεντερικών όσο και εξωεντερικών συμπτωμάτων. Οι ασθενείς συνήθως ταλαιπωρούνται από διάρροιες (αιματηρές ή όχι), έμετο, ναυτία, κοιλιακό άλγος αλλά και από άλλες επιπλοκές όπως η οστεοπόρωση, οι αρθραλγίες, δερματικές αλλοιώσεις και ηπατοχολικές επιπλοκές.

Ας δούμε όμως τώρα σε ποια διατροφική κατάσταση βρίσκονται οι ασθενείς με ΙΦΝΕ. Σε περιόδους έξαρσης και κυρίως οι ασθενείς με νόσο Crohn εμφανίζουν αρκετά διατροφικά προβλήματα ιδίως όταν προσβάλλεται το λεπτό έντερο το οποίο είναι υπεύθυνο για την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών της διατροφής. Έτσι λοιπόν οι ασθενείς συνήθως ταλαιπωρούνται από απώλεια βάρους και ανεπάρκεια θρεπτικών συστατικών που οφείλονται κυρίως στη δυσαπορρόφηση, τη μειωμένη πρόσληψη τροφής, τις αυξημένες απώλειες θρεπτικών συστατικών και τις παρενέργειες φαρμάκων.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως η κατάλληλη διατροφή μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου, την επαγωγή της ύφεσης και την ανακούφιση από τα συμπτώματα, γι’αυτό και οι ασθενείς θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση μιας όσο το δυνατόν καλύτερης διατροφικής κατάστασης.

Κατά τις περιόδους έξαρσης, που η όρεξη για φαγητό συνήθως είναι μειωμένη λόγω των συμπτωμάτων και της φαρμακευτικής αγωγής, τα μικρά και συχνά γεύματα είναι αποτελεσματικότερα σε σύγκριση με μεγαλύτερα γεύματα. Ακόμη κάθε ασθενής καλείται να τηρεί ένα ημερολόγιο όπου θα καταγράφει τα τρόφιμα που είναι «επικίνδυνα» για εκείνον και εντείνουν τα δυσάρεστα συμπτώματα, ώστε να τα αποφεύγει. Συνηθέστερα «επικίνδυνα» τρόφιμα είναι οι λιπαρές και τηγανητές τροφές, οι ξηροί καρποί, τα όσπρια, τα προϊόντα ολικής άλεσης, τα ωμά λαχανικά και τα φρούτα με το φλοιό, τα εσπεριδοειδή και άλλα όξινα τρόφιμα. Τα γαλακτοκομικά πρέπει να αποφεύγονται μόνο σε περιπτώσεις δυσανεξίας στη λακτόζη. Αντιθέτως, συνηθέστερα «ασφαλή» τρόφιμα είναι το λευκό ψωμί, τα ζυμαρικά, το ρύζι, ο πουρές πατάτας, τα καλά μαγειρεμένα λαχανικά, τα φρούτα χωρίς το φλοιό, το κοτόπουλο, η γαλοπούλα και το ψάρι. Ωστόσο είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε πως κάθε πάσχων είναι διαφορετικός και τα «ασφαλή» κι «επικίνδυνα» τρόφιμα διαφοροποιούνται κατά περίπτωση.

Τα πολυβιταμινούχα συμπληρώματα μπορεί να βοηθήσουν πάσχοντες με ανεπάρκειες θρεπτικών συστατικών. Συνηθέστερες ανεπάρκειες εμφανίζονται στις λιποδιαλυτές βιταμίνες A, D, E, K, στο ασβέστιο, το σίδηρο, τον ψευδάργυρο, το φυλλικό οξύ καθώς και στις βιταμίνες Β12 και C. Οι εργαστηριακές εξετάσεις είναι απαραίτητες προκειμένου ο ιατρός να ανιχνεύσει τέτοιου είδους ελλείψεις και να προτείνει το κατάλληλο σκεύασμα. Η εντερική και η παρεντερική διατροφή, για τις οποίες θα μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο, μπορούν να αποτελέσουν καλές προτάσεις σε περιπτώσεις που η διατροφική κατάσταση των ασθενών δε βελτιώνεται.

Σε κατάσταση ύφεσης οι ασθενείς ενθαρρύνονται να καταλώνουν μία ελεύθερη και ισορροπημένη διατροφή συμπεριλαμβάνοντας όλες τις ομάδες τροφίμων (δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά όταν η λακτόζη είναι ανεκτή, άπαχο κρέας). Τα λιπαρά και τηγανητά τρόφιμα θα πρέπει να αποφεύγονται όσο το δυνατόν περισσότερο.

Συμπερασματικά, οι πάσχοντες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με τη διατροφή τους ώστε να προσλαμβάνουν όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που θα συνδράμουν σημαντικά στην καλύτερη πορεία της νόσου.

(Η συγγραφή των παραπάνω έγινε από την Διαιτολόγο-Διατροφολόγο (MSc) κα Ευσταθία Παπαδά)